- Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης - http://opengov.diavgeia.gov.gr/minadmin -

Πρόταση για τη θέσπιση νομοθετικών ρυθμίσεων προς το σκοπό της αναμόρφωσης της νομοθεσίας για την Αναπηρία σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία

«Η ποιότητα και το ήθος μιας χώρας αποτυπώνεται πρωτίστως στον τρόπο που αντιμετωπίζει τους πιο αδύναμους, για να τους κάνει κι αυτούς δυνατούς».

(Χαιρετισμός του Πρωθυπουργού στην εκδήλωση στη Βουλή προς τιμήν της Ελληνικής Παραολυμπιακής Επιτροπής, 7-10-2016)

 

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία υιοθετήθηκαν από τα Ηνωμένα Έθνη στις 13.12.2006 κατά την 61η σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης και υπεγράφησαν στη Νέα Υόρκη κατά τα έτη 2007 και 2010 αντίστοιχα.

Στη χώρα μας με το ν. 4074/2012 «Κύρωση της Σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες» (Α΄ 88) ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη το Πρωτόκολλο και η Σύμβαση αυτή, τα οποία, σύμφωνα με γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, καθίστανται δεσμευτικά για κάθε Κράτος που έχει προσχωρήσει σε αυτά από τη στιγμή της κύρωσής τους.

Στα κείμενα αυτά αποτυπώνονται πανηγυρικά κανόνες που καθιερώνουν την αντιμετώπιση των ατόμων με αναπηρία, ως ισότιμων φορέων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων μέσα σε κοινωνίες που δεν ευνοούν τις διακρίσεις και την περιθωριοποίηση καθώς και μέσα σε περιβάλλον που μεταβάλλεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη θέτει περιορισμούς και εμπόδια στα άτομα αυτά.

Η έμφαση της Σύμβασης  στην ανάγκη αλλαγής του περιβάλλοντος, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των ατόμων, καθιστά σαφές, ότι η αναπηρία δεν προκύπτει από το (εμποδιζόμενο) άτομο αλλά από την αλληλεπίδρασή του με περιβαλλοντικά εμπόδια και εμπόδια συμπεριφοράς.

Η διαπίστωση αυτή καθιστά τη Διεθνή Σύμβαση σημείο αναφοράς καθώς συνιστά αλλαγή της αντίληψης για την αναπηρία με την υιοθέτηση ενός «κοινωνικού μοντέλου» προσέγγισής της, μεταφέροντας το κέντρο βάρους από τα εμποδιζόμενα άτομα στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιδρά στο αντικειμενικό γεγονός της αναπηρίας.

Έτσι σηματοδοτείται η μετάβαση από την «ιατρική» αντίληψη της αναπηρίας, ως ατομικό πρόβλημα του ατόμου που στιγματίζεται με κοινωνικό μειονέκτημα, στη «δικαιωματική» αντίληψη, την προσέγγιση της αναπηρίας ως κοινωνικού προβλήματος που απορρέει από το γεγονός, ότι οι διαφορετικές ανάγκες των ατόμων με αναπηρία δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την οικοδόμηση του φυσικού περιβάλλοντος, των θεσμών και της νομοθεσίας,  θέτοντας με αυτό τον τρόπο εμπόδια στη συμμετοχή.

Ο θεσμικός ρόλος της πολιτείας υπό αυτό το πρίσμα καθίσταται καίριος: χωρίς να αποκρούει την ενδεχόμενη χρησιμότητα ατομικών παρεμβάσεων στη ζωή των ατόμων με αναπηρία (στη βάση της ιατρικής, της εκπαίδευσης, της απασχόλησης ή της αποκατάστασης), το Κράτος οφείλει να προάγει μια ολιστική εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε όλα τα πεδία δημόσιας πολιτικής και να διασφαλίζει ότι ήδη κατοχυρωμένα δικαιώματα (ατομικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά) μπορούν να ασκούνται σε ίση βάση και να παρέχουν επαρκή και αποτελεσματική προστασία στα άτομα με αναπηρία.

Το νέο πρίσμα που καθιέρωσε η Σύμβαση για τα άτομα με αναπηρία έχει αυτονόητα σημαντικές επιπτώσεις και στην έννομη τάξη:  η νομοθεσία δεν αρκεί να περιλαμβάνει διατάξεις προστατευτικές ούτε να εξαντλείται σε αποσπασματικές παροχικές παρεμβάσεις ειδικών και εξατομικευμένων υπηρεσιών στα άτομα με αναπηρία. Αντιθέτως υπό την ευρύτερη οπτική, οφείλει να ανατέμνει κάθε τμήμα νομοθετικής ύλης και κάθε τομέα δημόσιας πολιτικής προς το σκοπό της θέσπισης διαδικασιών, θεσμών, έννομων σχέσεων, προγραμμάτων και πλαισίων ανοικτών και προσβάσιμων προς όλους.

Στη χώρα μας τα άτομα με μακροχρόνιες σωματικές, νοητικές, πνευματικές και  αισθητηριακές αναπηρίες ξεπερνούν το 10% του πληθυσμού, δίχως ωστόσο, να έχουν επίσημα καταμετρηθεί και χωρίς να υπάρχουν στοιχεία για τα ειδικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία σε επιμέρους τομείς της ζωής.

Αντικείμενο της παρούσας πρωτοβουλίας αποτελεί η εισαγωγή προτάσεων και η θέσπιση μέτρων για την έμπρακτη άρση των διακρίσεων, της περιθωριοποίησης και των αποκλεισμών των ανθρώπων με αναπηρία από τους τομείς της εκπαίδευσης, της εργασίας, των κοινωνικών υπηρεσιών καθώς και των  υπηρεσιών υγείας, του πολιτισμού και από την εν γένει πρόσβασή και συμμετοχή τους στην καθημερινότητα της ζωής.  Τα πεδία της προνομοθετικής δημόσιας διαβούλευσης διαρθρώνονται στις ακόλουθες τέσσερις ενότητες:

ΕΝΟΤΗΤΑ 1: ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ / ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ ΣΕ ΝΕΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΥΛΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ 2: ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ

ΕΝΟΤΗΤΑ 3: ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΚΑΙ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΟΧΥΡΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ

ΕΝΟΤΗΤΑ 4: ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΩΝ, ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΑΜΠΑΔΕΥΣΗ ΒΕΛΤΙΣΤΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΚΡΑΤΗ